Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Πικρές Αλήθειες: «Του το πήρε η Τράπεζα»


Βρέθηκα πρόσφατα σε μια γιορτή, όπου γνώρισα έναν 75χρονο Έλληνα, μόνι­μο κάτοικο Καναδά. Είχε έρθει για κάποιες υποθέσεις του στο Αγρίνιο και θα έφευ­γε σε λίγες ημέρες. Μας διη­γήθηκε την ακόλουθη ιστο­ρία, που αξίζει τον κόπο να διαβάσετε.
"Δέκα χρόνων ήμουν όταν οι γονείς μου ξενιτεύτηκαν στην Αυστραλία για μια καλύτερη ζωή.

Μεγαλώνοντας, έκανα διάφο­ρες δουλειές. Στα 29 μου παντρεύ­τηκα με μία Ελληνίδα από την Ξάνθη. Συνέχισα να εργάζομαι ως σερβιτόρος, διανομέας, οδηγός κ.λπ. Τίποτε μόνιμο. Απέκτησα δύο γιους. Ευτυχώς εργάζονταν και η γυναίκα μου και τα βγάζαμε, σχετι­κά, άνετα, πέρα.
Κάποτε αποφάσισα να κάνω κάτι δικό μου. Είχα κάποια χρήμα­τα και θα ζητούσα και δάνειο από την τράπεζα. Είχε καταλήξει να ανοίξω μεγάλο οπωροπωλείο στο ευρύτερο κέντρο της Οτάβα. Έγινε έτσι. Μισά χρήματα έβαλα εγώ, μισά πήρα δάνειο.
Τα δύο πρώτα χρόνια πήγαμε καλά. Πλήρωνα τις δόσεις στην ώρα τους και μας έμεναν και αρκε­τά χρήματα για να ζήσουμε. Όμως, λίγο αργότερα η δουλειά άρχισε να πέφτει. Τα πράγματα δυσκόλευαν συνεχώς κι έτσι δυσκολευόμουν κι εγώ να πληρώσω τις δόσεις. Με κάλεσαν στην τράπεζα και τους εξήγησα. Τότε ήταν που μου έκα­ναν την πρόταση: "Θέλεις να γίνου­με συνέταιροι;"
Η λογική τους ήταν απλή. Με τα υπόλοιπα χρήματα του δανείου που τους χρωστούσα, θα εισέρχο­νταν στην επιχείρηση με 45%, ενώ το 55% θα ίο κρατούσα εγώ. Όμως, σε θέματα μάρκετινγκ θα έπρεπε να τους ακούω.
Συμφώνησα αμέσως. Μάλιστα μου είπαν με πολύ πολιτισμένο τρόπο ότι καλό θα ήταν να έπαιρ­ναν τα ηνία οι δύο γιοι μου, που ήταν ήδη 30 και 27, ενώ εγώ -που ήμουν ένα χρόνο πριν τα 60- καλό θα ήταν να ασχολούμαι με εξωτερι­κές διεκπεραιώσεις, δηλαδή τράπε­ζες, εφορεία, κ.λπ. Συμφώνησα και σ' αυτό.
Ήταν Παρασκευή. Το Σαββα­τοκύριακο που μεσολάβησε, το κατάστημα έκλεισε και με την καθοδήγηση δύο ανθρώπων που έφερε η τράπεζα (απόλυτους γνώ­στες του μάρκετινγκ) ανακαινίσθη­κε εκ βάθρων. Έγινε αγνώριστο. Οι δύο αυτοί άνθρωποι μας έμαθαν πράγματα που ως τότε αγνοούσαμε πλήρως. Για παράδειγμα, ότι τις ημέρες που έχει ήλιο, ο πελάτης επιλέγει να αγοράσει ντομάτες, ενώ βροχερές ή συννεφιασμένες ημέ­ρες πωλούνται ευκολότερα οι πράσινες σαλάτες. Άλλη θέση πρέπει να έχουν τα περισσότερα φρούτα το πρωί, άλλη το απόγευμα. Και πλήθος άλλων πληροφοριών τις οποίες υλοποιήσαμε στο ακέραιο.
Το μαγαζί πήρε μπροστά. Από την πρώτη κιόλας ημέρα. Στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας οι εισπρά­ξεις ήταν απίστευτες. Παρήγγειλα δύο αρνιά στο κοντινό ελληνικό κρεοπωλείο και πηγαίνοντας στην τράπεζα -στα δύο στελέχη που είχα μιλήσει εξ αρχής, φίλους και ...συνεταίρους πλέον- τους είπα να τα παραλάβουν από το χασάπικο. Υποχρεώθηκαν. Δεν είναι συνηθι­σμένοι σε τέτοια.
Πέρασε ένας χρόνος. Ήδη οι σχέσεις μας με τους Καναδούς τραπεζίτες είχαν προαχθεί σε σχέσεις άδολης φιλίας. Οι οικογένειες μας είχαν γνωριστεί και συχνά τρώγαμε μαζί στα σπίτια μας, πιο πολύ στο δικό μου, αφού η Άννα είναι εξαί­ρετη μαγείρισσα. Σ' ένα απ' αυτά τα δείπνα, μου έκαναν ευθέως την πρόταση: "Δημήτρη, τι θάλεγες ν' ανοίξουμε ένα δεύτερο οπωροπω­λείο, πάλι συνεταιρικά; Τα παιδιά σου μεγαλώνουν, ο Κώστας ετοιμά­ζεται για γάμο".
Σηκώθηκα, τους αγκάλιασα, του φίλησα. Δε μπορούσα να σταματήσω να κλαίω.
Να μη σας κουράζω άλλο. Εγώ σήμερα είμαι συνταξιούχος, αλλά βγάζω τετραπλάσια από το ποσό της σύνταξης μου. Γιατί; Τα μανάβι­κα έγιναν τέσσερα κι αφού εγώ είμαι ο επίσημος... κλητήρας (τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες, κ.λπ.), ε, να μη βγάλω κι εγώ το καφεδάκι μου...;
Να τους έχει καλά ο θεός τους Καναδούς και την τράπεζα τους.
θα με ρωτήσετε γιατί σας διη­γήθηκα την ιστορία. Να σας πω. Φύγαμε σαν κυνηγημένοι στον Καναδά, επειδή ένα μικρομάγαζο που είχε ο πατέρας μου, λόγω αδυ­ναμίας να πληρώσει ένα χαμηλό δάνειο, του το πήρε η τράπεζα.
Προχθές που ήρθα στη γενέτει­ρα μου, το Αγρίνιο, κάνοντας μια βόλτα στην πόλη με τον ανιψιό μου, είδα ένα μαγαζί κλειστό με γνωστό το όνομα του ιδιοκτήτη του. "Τι έγινε, γιατί έκλεισε αυτό;" ρώτησα τον ανιψιό μου. "Του το πήρε η τράπεζα, θείε", μου απάντη­σε.
Δεν ξαναρώτησα για κανένα άλλο κατάστημα που έβλεπα κλει­στό. Πίναμε τον καφέ που με κέρα­σε ο γιος της αδελφής μου και δε μίλαγα. Γέμισα απόγνωση και παράπονο για τούτη 'δω τη χώρα.
Το 1947 μια οικογένεια με μια μόνο βαλίτσα, έφευγε απελπισμέ­νη, σπρωγμένη στη μετανάστευση για ένα ποσό τόσο ευτελές, που δύσκολα γίνεται πιστευτό.
Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα μια άλλη οικογένεια (πόσες άραγε στο σύνολο τους;) σπρώχνεται προς τα πού, αλήθεια;
Αυτή είναι η περίφημη δημο­κρατία που ζείτε, οι απόγονοι αυτών που γέννησαν την πραγματι­κή ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ";

Για την αντιγραφή ΝΙ.ΚΑΝ.

Από την εφημερίδα ΜΑΧΗΤΗΣ Αγρινίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου